Μια φορά κι έναν καιρό, στο σύθαμπο ενός πευκοδάσους που μοσχοβολούσε ρίγανη και φασκόμηλο, ταξίδευαν μαζί δυο παράξενοι σύντροφοι: Ένας γάτος με μάτια σαν πράσινα φεγγάρια κι η κυρα-Μαριώ η αλεπού, γνωστή για την πανουργία και το στόμα της που δε σταματούσε να μιλά.
Όπου και να πήγαιναν, η κυρα-Μαριώ φρόντιζε να βρίσκουν φαγητό – κυρίως κοτόπουλα, που τα άρπαζε με τόση τέχνη από τα κοτέτσια, που ούτε φτερό δεν άφηνε πίσω.
Μια μέρα, καθώς περπατούσαν στα ξέφωτα, η αλεπού αναστέναξε με καμάρι και είπε:
«Λοιπόν; Τι λες για μένα, καλέ μου γάτε; Δεν είμαι η πιο έξυπνη πλάση;»
Ο γάτος γύρισε και την κοίταξε ήσυχα.
«Γιατί το λες αυτό, κυρα-Μαριώ;»
«Μα δεν βλέπεις; Κανείς δε με πιάνει! Κλέβω, ξεφεύγω, κρύβομαι, χτίζω τη φωλιά μου έτσι που και να μπω και να βγω δίχως να με πάρει κανείς είδηση. Δεν είναι τυχαίο που με φωνάζουν η πονηρή του δάσους!»
«Δεν αμφιβάλλω…» είπε ήρεμα ο γάτος. «Ξέρω όμως κι εγώ ένα κόλπο. Ένα και μοναδικό.»
«Ένα μόνο;» έκανε η αλεπού και γέλασε κοροϊδευτικά. «Κι εμένα τι με νοιάζει για ένα κόλπο, όταν εγώ έχω εκατό;»
«Θα στο δείξω όταν έρθει η ώρα», απάντησε ήσυχα ο γάτος.
Και καθώς περνούσε η ώρα, η κυρα-Μαριώ συνέχιζε το μονόλογό της:
«Ξέρω να αποφεύγω τις παγίδες των ανθρώπων. Ξέρω να μην αφήνω ίχνη. Ξέρω να κάνω τον νεκρό όταν κινδυνεύω. Ξέρω…»
Ο γάτος μόνο έγνεφε και επαναλάμβανε:
«Κι εγώ έχω το κόλπο μου…»
Η αλεπού, κουρασμένη απ’ τη σιωπή του, θύμωσε:
«Μα τι κόλπο είναι αυτό πια που δεν λες! Με κοροϊδεύεις;»
Μα δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση. Από τα βάθη του δάσους ακούστηκαν ξαφνικά γαβγίσματα. Δυο άγρια σκυλιά έτρεχαν καταπάνω τους, διψασμένα για κυνήγι.
Η κυρα-Μαριώ άρχισε να τρέχει πανικόβλητη. Πέρασε μέσα από βάτα, χώθηκε σε χόρτα, μα τα σκυλιά την πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Πριν προλάβει να φτάσει στο πυκνό δάσος, της άρπαξαν την ουρά και της δάγκωσαν το αυτί. Κατάφερε να ξεφύγει με κόπο, μα έμεινε λαβωμένη κι εξαντλημένη.
Και τότε, πάνω σε ένα δέντρο, καθισμένος ήρεμα σε ένα κλαδί, φαινόταν ο γάτος. Είχε πηδήξει εκεί με ένα μόνο άλμα.
«Τώρα είδες το κόλπο μου, κυρα-Μαριώ…» της φώναξε.
Η αλεπού χαμήλωσε το βλέμμα. Για πρώτη φορά δεν είχε τίποτα να πει.
Όπου και να πήγαιναν, η κυρα-Μαριώ φρόντιζε να βρίσκουν φαγητό – κυρίως κοτόπουλα, που τα άρπαζε με τόση τέχνη από τα κοτέτσια, που ούτε φτερό δεν άφηνε πίσω.
Μια μέρα, καθώς περπατούσαν στα ξέφωτα, η αλεπού αναστέναξε με καμάρι και είπε:
«Λοιπόν; Τι λες για μένα, καλέ μου γάτε; Δεν είμαι η πιο έξυπνη πλάση;»
Ο γάτος γύρισε και την κοίταξε ήσυχα.
«Γιατί το λες αυτό, κυρα-Μαριώ;»
«Μα δεν βλέπεις; Κανείς δε με πιάνει! Κλέβω, ξεφεύγω, κρύβομαι, χτίζω τη φωλιά μου έτσι που και να μπω και να βγω δίχως να με πάρει κανείς είδηση. Δεν είναι τυχαίο που με φωνάζουν η πονηρή του δάσους!»
«Δεν αμφιβάλλω…» είπε ήρεμα ο γάτος. «Ξέρω όμως κι εγώ ένα κόλπο. Ένα και μοναδικό.»
«Ένα μόνο;» έκανε η αλεπού και γέλασε κοροϊδευτικά. «Κι εμένα τι με νοιάζει για ένα κόλπο, όταν εγώ έχω εκατό;»
«Θα στο δείξω όταν έρθει η ώρα», απάντησε ήσυχα ο γάτος.
Και καθώς περνούσε η ώρα, η κυρα-Μαριώ συνέχιζε το μονόλογό της:
«Ξέρω να αποφεύγω τις παγίδες των ανθρώπων. Ξέρω να μην αφήνω ίχνη. Ξέρω να κάνω τον νεκρό όταν κινδυνεύω. Ξέρω…»
Ο γάτος μόνο έγνεφε και επαναλάμβανε:
«Κι εγώ έχω το κόλπο μου…»
Η αλεπού, κουρασμένη απ’ τη σιωπή του, θύμωσε:
«Μα τι κόλπο είναι αυτό πια που δεν λες! Με κοροϊδεύεις;»
Μα δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση. Από τα βάθη του δάσους ακούστηκαν ξαφνικά γαβγίσματα. Δυο άγρια σκυλιά έτρεχαν καταπάνω τους, διψασμένα για κυνήγι.
Η κυρα-Μαριώ άρχισε να τρέχει πανικόβλητη. Πέρασε μέσα από βάτα, χώθηκε σε χόρτα, μα τα σκυλιά την πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Πριν προλάβει να φτάσει στο πυκνό δάσος, της άρπαξαν την ουρά και της δάγκωσαν το αυτί. Κατάφερε να ξεφύγει με κόπο, μα έμεινε λαβωμένη κι εξαντλημένη.
Και τότε, πάνω σε ένα δέντρο, καθισμένος ήρεμα σε ένα κλαδί, φαινόταν ο γάτος. Είχε πηδήξει εκεί με ένα μόνο άλμα.
«Τώρα είδες το κόλπο μου, κυρα-Μαριώ…» της φώναξε.
Η αλεπού χαμήλωσε το βλέμμα. Για πρώτη φορά δεν είχε τίποτα να πει.
πηγή: https://vivliothikiagiasmatos.wordpress.com/

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου