Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι
το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
-Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται, νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
-Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
Παίρνουνε τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
-Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε!
Σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε!
Ψιλὴ βροχοῦλα νἔπιασε κ’ ἕνα κομμάτι ἀντάρα,
τρία γιουρούσια νἔκαµαν τὰ τρία ἀράδα ἀράδα.
Ἔμεινε ὁ Διᾶκος ’ς τὴ φωτιὰ μὲ δεκοχτὼ λεβένταις.
Τρεῖς ὥραις ἐπολέμαε μὲ δεκοχτὼ χιλιάδες.
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι’ ἀνάψαν τὰ τουφέκια,
κι’ ὁ Διᾶκος ἐξεσπάθωσε καὶ ’ς τὴ φωτιὰ χουμάει,
ξῆντα ταμπούρια χάλασε κ’ ἑφτὰ μπουλουκμπασίδες.
Καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ’ τὴ χοῦφτα
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ ’ς τὸν πασᾶ τὸν πάνουν,
χίλιοι τὸν πὰν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι.
Τὸ Διᾶκο τότε παίρνουνε καὶ ’ς τὸ σουβλὶ τὸν βάζουν,
ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι’ αὐτὸς χαμογελοῦσε,
τὴν πίστη τοὺς τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε µουρτάταις.
«Σκυλιὰ κ’ ἃ μὲ σουβλίσετε, ἕνας Γραικὸς ἐχάθη.
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι’ ὁ καπετὰν Νικήτας,
ποῦ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι’ ὅλο σας τὸ ντοβλέτι».
το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
-Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται, νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
-Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
Παίρνουνε τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
-Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε!
Σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε!
Ψιλὴ βροχοῦλα νἔπιασε κ’ ἕνα κομμάτι ἀντάρα,
τρία γιουρούσια νἔκαµαν τὰ τρία ἀράδα ἀράδα.
Ἔμεινε ὁ Διᾶκος ’ς τὴ φωτιὰ μὲ δεκοχτὼ λεβένταις.
Τρεῖς ὥραις ἐπολέμαε μὲ δεκοχτὼ χιλιάδες.
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι’ ἀνάψαν τὰ τουφέκια,
κι’ ὁ Διᾶκος ἐξεσπάθωσε καὶ ’ς τὴ φωτιὰ χουμάει,
ξῆντα ταμπούρια χάλασε κ’ ἑφτὰ μπουλουκμπασίδες.
Καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ’ τὴ χοῦφτα
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ ’ς τὸν πασᾶ τὸν πάνουν,
χίλιοι τὸν πὰν ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι.
Κι’ ὁ Ὀμὲρ Βρυόνης μυστικὰ ’ς τὸ δρόµο τὸν ἐρώτα.
«Γίνεσαι Τοῦρκος, Διᾶκο µου, τὴν πίστη σου ν’ ἀλλάξης,
νὰ προσκυνήσῃς ’ς τὸ τζαµί, τὴν ἐκκλησιὰ ν’ ἀφήσῃς;»
Κ’ ἐκεῖνος τ’ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι.
«Πάτε καὶ σεῖς κ’ ἡ πίστη σας, µουρτάταις, νὰ χαθῆτε!
Ἔγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ ν’ ἀποθάνω.
Ἂ θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε,
ὅσο νὰ φτάσῃ ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βάγιας».
Σὰν τ’ ἄκουσε ὁ Χαλὶλ µπέης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει.
«Χίλια πουγγιὰ σᾶς δίνω γὼ κι’ ἀκόμα πεντακόσια,
τὸ Διᾶκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη,
γιατὶ θὰ σβήσῃ τὴν Τουρκιὰ κι’ ὅλο µας τὸ ντοβλέτι».
«Γίνεσαι Τοῦρκος, Διᾶκο µου, τὴν πίστη σου ν’ ἀλλάξης,
νὰ προσκυνήσῃς ’ς τὸ τζαµί, τὴν ἐκκλησιὰ ν’ ἀφήσῃς;»
Κ’ ἐκεῖνος τ’ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι.
«Πάτε καὶ σεῖς κ’ ἡ πίστη σας, µουρτάταις, νὰ χαθῆτε!
Ἔγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ ν’ ἀποθάνω.
Ἂ θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον ἑφτὰ μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε,
ὅσο νὰ φτάσῃ ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βάγιας».
Σὰν τ’ ἄκουσε ὁ Χαλὶλ µπέης, ἀφρίζει καὶ φωνάζει.
«Χίλια πουγγιὰ σᾶς δίνω γὼ κι’ ἀκόμα πεντακόσια,
τὸ Διᾶκο νὰ χαλάσετε, τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη,
γιατὶ θὰ σβήσῃ τὴν Τουρκιὰ κι’ ὅλο µας τὸ ντοβλέτι».
Τὸ Διᾶκο τότε παίρνουνε καὶ ’ς τὸ σουβλὶ τὸν βάζουν,
ὁλόρτο τὸν ἐστήσανε κι’ αὐτὸς χαμογελοῦσε,
τὴν πίστη τοὺς τοὺς ὕβριζε, τοὺς ἔλεγε µουρτάταις.
«Σκυλιὰ κ’ ἃ μὲ σουβλίσετε, ἕνας Γραικὸς ἐχάθη.
Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι’ ὁ καπετὰν Νικήτας,
ποῦ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι’ ὅλο σας τὸ ντοβλέτι».
Το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι: ''Αθανάσιος Διάκος''


0 comments:
Δημοσίευση σχολίου